συνηχητικός

συνηχητικός
η , ό[ν] созвучный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "συνηχητικός" в других словарях:

  • συνηχητικός — ή, ό, Ν [συνήχηση] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη συνήχηση. επίρρ... συνηχητικώς και συνηχητικά Ν με συνηχητικό τρόπο, κάνοντας συνήχηση ή παρήχηση …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»